ἔκκριτος

ἔκ-κρῐτος, ον,
A picked out, select, ἔ. δεκάς a chosen ten, A.Pers.340 ; πλῆθος ἔ. στρατοῦ ib.803, cf. Th. 57 ;

ἔ. δικασταί Pl.Lg.926d

; ἔ. δώρημα, = ἐξαίρετον, S.Aj.1302 ;

ἔ. ἄλλων A.R.4.1185

;

ἔ. νομίζεσθαι Philostr.Gym.23

: neut. ἔκκριτον, as Adv., above all, eminently, E.Tr.1241.
2 evacuated, Arist.Pr. 861a36.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἔκκριτος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκκριτος — picked out masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκκριτος — η, ο (AM ἔκριτος, ον) 1. επίλεκτος, εξαίρετος 2. αυτός που αποχωρίστηκε με έκκριση …   Dictionary of Greek

  • ἐκκρίτως — ἔκκριτος picked out adverbial ἔκκριτος picked out masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκκριτον — ἔκκριτος picked out masc/fem acc sg ἔκκριτος picked out neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκρίτοις — ἔκκριτος picked out masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐκκρίτου — Ἔκκριτος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκρίτου — ἔκκριτος picked out masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκρίτους — ἔκκριτος picked out masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκκρίτων — ἔκκριτος picked out masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐκκρίτῳ — Ἔκκριτος masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.